αβαρής

[аварис] εκ. (φυσ.) невесомый, легкий,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αβαρής" в других словарях:

  • ἀβαρής — without weight masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αβαρής — ές και άβαρος, η, ο (Α ἀβαρής, ές) [βάρος] ο χωρίς βάρος ή αυτός που έχει μικρό βάρος, ο ελαφρύς νεοελλ. άμυαλος, ασύνετος αρχ. ο μη φορτικός, ο μη ενοχλητικός …   Dictionary of Greek

  • ἀβαρῆ — ἀβαρής without weight neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀβαρής without weight masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀβαρής without weight masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβαρεῖ — ἀβαρής without weight masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀβαρής without weight masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβαρεῖς — ἀβαρής without weight masc/fem acc pl ἀβαρής without weight masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβαρέα — ἀβαρής without weight neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀβαρής without weight masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβαρές — ἀβαρής without weight masc/fem voc sg ἀβαρής without weight neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβαρεστέρους — ἀβαρής without weight masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβαροῦς — ἀβαρής without weight masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβαρέες — ἀβαρής without weight masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.